«Υπάρχει Θεός τελικά;» Ερώτημα σαφές, που δηλώνει πως έχουν προηγηθεί μυριάδες απόψεις ‒και δεν αναφέρομαι μονάχα σ’ αυτές των εκλεκτών φίλων Πέτρου Παπαποστόλου και Παναγιώτη Ασημεόνογλου‒ από την αυγή της ανθρώπινης σκέψης ακόμη. Μονάχα που για τον αρχαίο άνθρωπο το συγκεκριμένο ερώτημα δεν σήκωνε αμφιβολία, παρά είχε μονάχα μια δυνατή απάντηση – και αυτή ασφαλώς είναι καταφατική!

Τι άλλαξε όμως και από το αυτονόητο «ναι» περάσαμε στη σύγχρονη αμφισβήτηση; Πιστεύω πως η διαφορά έγκειται αποκλειστικά και μόνο στον τρόπο ερμηνείας. Αυτό δηλαδή που ο αρχαίος άνθρωπος κατανοούσε ως «θεό», δεν είναι το ίδιο που αντιλαμβανόμαστε εμείς σήμερα. Και η διαφορά δεν είναι τόσο λεξικογραφική, δεν έχει να κάνει δηλαδή με τη σημασία της λέξης «θεός» τότε και τώρα, παρά αφορά τον τρόπο με τον οποίο αλληλοεπιδρά το άτομο και ερμηνεύει τόσο τον εαυτό του όσο και το σύμπαν όπου ενοικεί.

Αν λοιπόν σήμερα, μιλώντας για «θεό» αναφερόμαστε σε μια κάποια υπερκοσμική δύναμη που μπορεί και διαθέτει τη βούληση να παρεμβαίνει στις ζωές μας, τότε εύλογα μπορούμε να ακολουθήσουμε τον Νίτσε, διακηρύσσοντας πως η εικόνα ενός τέτοιου θεού έχει πεθάνει! Και το λέω αυτό με τη σιγουριά όχι μονάχα ενός ανθρώπου του 21ου αιώνα, αλλά με το αυταπόδεικτο γεγονός πως μια τέτοια ύπαρξη υπόκειται στο ίδιο πεδίο των αντιθέσεων που βρίσκεται και κάθε άλλη μορφή ύπαρξης. Τι εννοώ; Πολύ απλά: αν μια ύπαρξη «θέλει», σημαίνει αυτομάτως πως έχει ανάγκη. Αν έχει ανάγκη, δεν δύναται να είναι ανεξάρτητη, γεγονός που αυτομάτως ακυρώνει τη θεότητα στον θεό που κουβεντιάζουμε!

Συμπέρασμα; Πολύ απλά μιλώντας, ο θεός δεν υπάρχει καθότι αν ήταν από μιας αρχής, δεν μπορεί να είναι θεός. Αντίθετα… ο θεός είναι!

Όπως αντιλαμβάνεστε, ο τρόπος του ερωτήματός μας άλλαξε, όπως περίπου έλεγα νωρίτερα πως η σχέση μας με τον θεό έχει να κάνει με τον τρόπο της ερμηνείας που του αποδίδουμε.
Ο Θεός λοιπόν ‒αυτό το καθολικό σημείο αναφοράς που στη θρησκευτική γλώσσα τουλάχιστον αποκαλούμε θεό‒ Είναι! Καθώς όμως για την ουσία του Είναι δεν υφίσταται κατάλληλη γλώσσα (πώς μπορείς να μιλήσεις για το έσχατο; Πώς να ορίσεις το ανέκφραστο;), επόμενο είναι πως δεν επιδέχεται και ερμηνεία. Ως εκ τούτου, μπορούμε με απόλυτη βεβαιότητα να πούμε πως αυτό καθαυτό το ερώτημα του «αν υπάρχει τελικά θεός» είναι εξ ολοκλήρου άτοπο!

Τότε ‒εύλογα μπορείτε να ρωτήσετε‒ γιατί χρειάζεται να μιλάμε ακόμη για θεό; Μα για τον απλούστατο λόγο πως ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, έχει την ανάγκη για ένα σημείο αναφοράς! Και γιατί ο άνθρωπος να έχει μια τέτοια ανάγκη; Διότι αυτή είναι η ίδια η δομή του – πρόκειται δηλαδή για πλάσμα μοιρασμένο σε δυο βασικές λειτουργίες μέσα από τις οποίες ερμηνεύει και αλληλεπιδρά τόσο με τον εαυτό του όσο και με το σύμπαν. Για όσο λοιπόν ο άνθρωπος από τη φύση του διαθέτει μια συνειδητή και μια ασύνειδη πλευρά, τόσο θα βιώνει την πραγματικότητά του εξίσου μοιρασμένη σε πόλους. Οι πόλοι προϋποθέτουν σημεία αναφοράς. Κάθε φορά που λέμε «εγώ» εννοούμε «όχι-εγώ». Κάθε φορά που λέμε «άνθρωπος» εννοούμε «όχι-θεός».

Κάπως έτσι, μπορούμε να κλείσουμε (;) τον συλλογισμό μας αλλάζοντας δόκιμα την αρχική μας απορία, όχι στο αν υπάρχει εντέλει θεός, αλλά με το αν τελικά μπορεί να υφίσταται άνθρωπος δίχως Εκείνον!

 

Γιώργος Ιωαννίδης

(ψυχολόγος και συγγραφέας σειράς βιβλίων με θέμα τον
Εσωτερισμό και την Εναλλακτική Αναζήτηση)

Γιώργος Ιωαννίδης/ Ο Θεός του Καβάφη/ Εκδόσεις Δαιδάλεος, 2020